This website and third-party tools we use rely on cookies for the best user experience. By selecting "I agree", you agree to cookie usage as described in our Privacy Policy.
12 posters, 2 sessions, 71 authors, 27 institutions
ePostersLive by SciGen Technologies S.A. All rights reserved.
8ο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο Λοιμωξιολογίας | 23 - 25 Ιανουαρίου 2026, Electra Palace Hotel, Θεσσαλονίκη

PO.04
Μετεγχειρητική Σήψη και MODS: Διαγνωστικοί Βιοδείκτες & Καινοτόμες Θεραπείες για Ασθενείς ΧΜΕΘ
Καραπτά Νεφέλη1. Πάσσος Ιωάννης2. Ράλλης Θωμάς3, Μαρία Μυρωνίδου – Τζουβελέκη4
1 Τμήμα Ιατρικής. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2 Επιμελητής Χειρουργική Κλινικής 424 ΓΣΝΕ, 3Επιμελητής Θωρακοχειρουργική - Ογκολογική Κλινική ΑΝΘ Θεαγένειο, 4 Ομότιμη Καθηγήτρια Φαρμακολογίας Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Η μετεγχειρητική σήψη και το Σύνδρομο Πολυοργανικής Ανεπάρκειας (MODS) αποτελούν τις κυριότερες αιτίες νοσηρότητας και θνητότητας στις Χειρουργικές Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΧΜΕΘ). Στατιστικά, η σήψη ευθύνεται για σχεδόν το 1/3 των θανάτων στις ΜΕΘ παγκοσμίως. Οι μετεγχειρητικοί ασθενείς παρουσιάζουν ιδιαίτερη ευαλωτότητα λόγω του χειρουργικού τραύματος, το οποίο πυροδοτεί μια σύνθετη αλληλουχία φλεγμονωδών και ανοσολογικών αποκρίσεων. Ως σήψη ορίζεται η απειλητική για τη ζωή κατάσταση που οφείλεται σε μη ρυθμισμένη απάντηση του οργανισμού στη μόλυνση, ενώ το MODS αφορά τη δυσλειτουργία δύο ή περισσότερων οργάνων.
Για τη διάγνωση και την πρόγνωση χρησιμοποιούνται διάφορες κατηγορίες βιοδεικτών:
Διαγνωστικοί Βιοδείκτες: Περιλαμβάνουν την CRP, που παράγεται από τα ηπατοκύτταρα ως απάντηση σε φλεγμονώδεις κυτοκίνες , την Προκαλσιτονίνη που παράγεται σε βακτηριακές λοιμώξεις , δείκτες πήξης (μειωμένα αιμοπετάλια, αυξημένα d-dimers) , καθώς και μικροβιολογικούς δείκτες με καλλιέργειες για την αναγνώριση του μικροβιακού παράγοντα.
Προγνωστικοί Βιοδείκτες: Περιλαμβάνουν τις κυτοκίνες, των οποίων η αύξηση σχετίζεται με τον βαθμό της φλεγμονής και της δυσλειτουργίας των οργάνων , δείκτες οργανικής δυσλειτουργίας όπως η αυξημένη κρεατινίνη ορού και το μειωμένο GFR , καθώς και την Αγγειοποιητίνη 1 & 2 που αποκαλύπτει τραυματισμό του ενδοθηλίου.
Αναδυόμενοι Βιοδείκτες: Στην κατηγορία αυτή ανήκουν το HMGB1 (High Mobility Group Box 1) που απελευθερώνεται από κύτταρα υπό νέκρωση , το μιτοχονδριακό DNA που λειτουργεί ως DAMP , καθώς και το μεταβολικό προφίλ που αναλύει τις μεταβολικές αλλαγές της σήψης.
Παράλληλα, χρησιμοποιούνται συστήματα αξιολόγησης όπως το SOFA, που ελέγχει έξι συστήματα οργάνων , το qSOFA, το οποίο εστιάζει σε τρία κλινικά σημεία (διαταραγμένο επίπεδο συνείδησης, ΣΑΠ ≤ 100mmHg και RR ≥ 22/min) , και το APACHE II, το οποίο είναι πιο σύνθετο και προσφέρει χρήσιμες προγνωστικές πληροφορίες.
Η διαχείριση περιλαμβάνει την έγκαιρη αναγνώριση μέσω των συστημάτων αξιολόγησης, τη χορήγηση τουλάχιστον 30mL/kg κρυσταλλοειδών, τη χρήση αγγειοσυσπαστικών για την υπόταση και τη χορήγηση αντιμικροβιακών εντός της πρώτης ώρας. Σε ασθενείς με ARDS απαιτείται μηχανικός αερισμός και υποστήριξη οργάνων.
Στις καινοτόμες θεραπευτικές προσεγγίσεις περιλαμβάνονται:
Ανοσοθεραπεία: Αναστολή της Ιντερλευκίνης-6 (IL-6) με φάρμακα όπως η τοσιλιζουμάμπη, αναστολή του Παράγοντα Νέκρωσης Όγκου-Άλφα (TNF-α) και αναστολή των σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού.
Εξωσωματικές τεχνικές: Εξωσωματική Αφαίρεση Κυτοκινών (ECR) για το φιλτράρισμα του αίματος, Εξωσωματική Οξυγόνωση (ECMO) για αναπνευστική και κυκλοφορική υποστήριξη, και CRRT για νεφρική υποστήριξη σε ασθενείς που δεν μπορούν να υποβληθούν σε αιμοκάθαρση.
Η εξέλιξη της κατάστασης διακρίνεται σε:
Λοίμωξη: Αντίδραση των ιστών και του έμφυτου ανοσοποιητικού στην εισβολή παράγοντα.
Σήψη: 10% θνησιμότητα, με ύποπτη ή επιβεβαιωμένη λοίμωξη, απορυθμισμένη απόκριση και SOFA Score ≥ 2.
Σηπτικό Σοκ: 40% θνησιμότητα, με επιμένουσα υπόταση που απαιτεί αγγειοσυσπαστικά (ΜΑΠ ≥ 65mmHg) και επίπεδα γαλακτικού ορού > 2mmol/L.
MODS: 50% θνησιμότητα, χαρακτηρίζεται από σηπτικό σοκ και πολυοργανική ανεπάρκεια
Συμπερασματικά, η σήψη και το MODS παραμένουν κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνητότητας, καθώς η πρόγνωση δεν είναι ακόμη βέλτιστη παρά τις προόδους στην αναγνώριση. Η εξατομίκευση της θεραπείας παραμένει πρόκληση και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τη βελτίωση των στρατηγικών και τη διασφάλιση της κατάλληλης χρήσης των νέων παρεμβάσεων.