117 poster,  13 ενότητες,  477 συγγραφείς,  129 ιδρύματα
ePostersLive® by SciGen® Technologies S.A. All rights reserved.

ΑΑ085
Επίσχεση ούρων σε γυναίκα οφειλόμενη σε απόφραξη του κυστικού αυχένα από θηλωματώδη κυστίτιδα

Βαθμολογία

Δεν υπάρχουν ψήφοι

Η επιδημιολογία και η αιτιολογία της γυναικείας επίσχεσης δεν είναι καλά τεκμηριωμένος και οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από μικρές σειρές ή αναφορές περιπτώσεων. Ενδεικτικά και μόνο για την οξεία επίσχεση οι  Klarskov et al. εκτίμησαν την ετήσια επίπτωση σε 7 / 100.000. Η  αιτιολογία ποικίλει. Σε ένα δείγμα 200 περίπου ασθενών το 31,7% είχε φυσιολογικά ουροδυναμικά ευρήματα, το 32,2% που παρουσιάζει μειωμένη συσταλτικότητα του εξωστήρα και πλήρης απουσία της συσταλτικότητας του εξωστήρα στο 18,3%. Αμιγής αποφραξη παρατηρήθηκε στο 10,4%. Παρά τον κοινό μηχανισμό, τα αίτια ποικίλλουν και περιλαμβάνουν κακοήθες νεοπλασίες του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος του παχέως εντέρου, της ουροδόχου κύστης  καθώς και τις καλοήθεις μάζες του αυχένα της ουροδόχου κύστης , η πρόπτωση της μήτρας κλπ. ,Η αρχική διαχείριση περιλαμβάνει την κένωση της ουροδόχου κύστης (εάν η γυναίκα είναι συμπτωματική ή σε κίνδυνο επιπλοκών) και τη διόρθωση των πιθανών αιτίων. Η διερεύνηση πρέπει να επικεντρώνεται στον εντοπισμό της υποκείμενης παθοφυσιολογίας ή του αναστρέψιμου παράγοντα που προκαλεί την επίσχεση και βασίζεται στο λεπτομερές ιστορικό, τη γενική και γυναικολογική εξέταση την ανάλυση ούρων και το υπερηχογράφημα (1). Η κυστεοσκόπηση και ο ουροδυναμικός έλεγχος μπορεί να απαιτούνται σε ειδικές περιπτώσεις (1). Σκοπός
της παρουσίασης είναι να αναδείξει μια περίπτωση θηλωματώδους κυστίτιδας.
Παρουσίαση Περιστατικού Ασθενής 56 ετών γυναίκα παραπέμφθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου μας με επίσχεση ούρων. Ανέφερε ήπια δυσουρία για περισσότερο από 1 μήνα και ιστορικό καθετηριασμού στα πλαίσια νοσηλείας για χειρουργική επέμβαση του πεπτικού. Πρόσφατο ιστορικό ουρολοιμώξεων δεν αναφέρθηκε. Στην κλινική εξέταση το έξω στόμιο της ουρήθρας αποφράσσονταν από μαλακό αιμορραγικό ιστό (εικόνα) ο οποίος αφαιρέθηκε χειρουργικά. Το υπερηχογράφημα δεν έδειξε υδρονέφρωση ή πάχυνση του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης ενώ η τελευταία κενώθηκε πλήρως μετά την ούρηση. Στην κυστεοσκόπηση ελέγχου διαπιστώθηκε η παρουσία υπολειπόμενης εξωφυτικής βλάβης που εξορμάται από τον αυχένα της ουροδόχου κύστης. Η ασθενής υποβλήθηκε σε διουρηθρική εκτομή του όγκου. Η ιστολογική εξέταση ανέδειξε θηλωματώδη κυστίτιδα.
Συζήτηση. H θηλωματώδης κυστίτιδα είναι αντιδραστικού τύπου βλάβη του ουροθηλίου που εμφανίζεται μετά από χειρουργείο της κύστης, χειρισμούς ή καθετηριασμούς. Μπορεί επίσης να οφείλεται σε κυστεο-εντερικό συρίγγιο λόγω εκκολπωματίτιδας ή καρκίνου του σιγμοειδούς αλλά και σε υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις. Περιγράφεται και ως πολυποειδής κυστίτιδα και αναπτύσσεται σε συγκεκριμένες θέσεις της κύστης: οι βλάβες από το άκρο του καθετήρα αναπτύσσονται στο άνω τμήμα του οπισθίου τοιχώματος, οι βλάβες του κυστεο-εντερικού συριγγίου στο οπισθιοπλάγιο τοίχωμα και ιδιαίτερα μάλιστα στο αριστερό πλάγιο ενώ οι βλάβες, από χειρουργείο χειρισμούς της κύστης ή υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις εντοπίζονται στον αυχένα (2). Οι βλάβες είναι πολλαπλές με ευρεία βάση και φυσαλιδώδη ή οιδηματώδη υφή. Οι πολυποειδείς αυτοί σχηματισμοί έχουν λεπτές θηλές που καλύπτονται από φυσιολογικό ή υπερπλαστικό ουροθήλιο. Ωστόσο, μπορεί να είναι μονήρης εξωφυτικού τύπου με σχετικά λεπτή βάση και ευρύτερες θηλές. Το ουροθήλιο είναι λεπτότερο αλλά χωρίς ατυπία. Τόσο στη μια όσο και στην άλλη
περίπτωση η επιφανειακή στιβάδα είναι ακέραια και το στρώμα μπορεί να είναι οιδηματώδες ή σπανιότερα ινώδες. Εκτός από το στρώμα και τα αιμοφόρα αγγεία μπορεί να έχουν αλλοιώσεις χρόνιας φλεγμονής. Στην πραγματικότητα, ο όρος θηλωματώδης κυστίτιδα αφορά τις βλάβες του πρώτου τύπου και πολυποειδική κυστίτιδα του δεύτερου. Όχι σπάνια οι βλάβες αυτές μπορεί να συγχέονται με θήλωμα ιδιαίτερα μάλιστα όταν απουσιάζει το ιστορικό πρόσφατου καθετηριασμού ή υποτροπιάζουσας ουρολοίμωξης (3). Η παθοφυσιολογία αυτών των βλαβών δεν έχει
πλήρως διευκρινιστεί, καθώς όμως παρατηρούνται σε φλεγμονώδεις καταστάσεις (σηπτικές ή άσηπτες) θεωρείται ότι σχετίζονται με μεταπλαστικές αλλαγές του ουροθηλίου που τις απαρτίζει ή που τις περιβάλλει. Η πιο σημαντική διαφορική διάγνωση είναι με το θηλώδες καρκίνωμα του μεταβατικού επιθηλίου (4).
Συμπεράσματα
Οι θηλώδης και θηλωματώδης κυστίτιδες είναι σχετικά συχνό κυστεοσκοπικό εύρημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποτελέσουν διαφοροδιαγνωστικό πρόβλημα. Κλειδί για την διάγνωση αποτελεί κυρίως το ιστορικό. Σε περιπτώσεις με απουσία σημαντικού ιστορικού ή απρόσμενης κλινικής εικόνας (όπως στην περίπτωση που αναφέρουμε) η μόνη ασφαλής διαφοροδιαγνωστική μέθοδος είναι η παθολογοανατομική εξέταση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Mevcha Α, Drake M. Etiology and management of urinary retention in women. Indian J Urol. 2010;26(2):230–235.
2. Hameed O, Humphrey PA. Pseudoneoplastic mimics of prostate and bladder carcinomas. Arch Pathol Lab Med. 2010;134(3):427-43.
3. Cheng L, Bostwick DG. Overdiagnosis of bladder carcinoma. Anal Quant Cytol Histol. 2008;30(5):261-4.
4. Buck EG. Polypoid cystitis mimicking transitional cell carcinoma. J Urol. 1984;131(5):963.

Poster ID (π.χ.ΕΦΑΡΜΟΓΗΕπόμενοΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΤρέχον