117 poster,  13 ενότητες,  477 συγγραφείς,  129 ιδρύματα
ePostersLive® by SciGen® Technologies S.A. All rights reserved.

ΑΑ002
Οι επιδράσεις της πρωτοπαθούς ορχικής δυσλειτουργίας μετά τη γονιμοποίηση στις μικροκινητικές παραμέτρους διαίρεσης του ζυγώτη

Βαθμολογία

Δεν υπάρχουν ψήφοι

Εισαγωγή: Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι ενδοωαριακές ενέσεις σπερματοζωαρίων (ICSI)  που συλλέχθηκαν από πειραματόζωα με πρωτοπαθή ορχική δυσλειτουργία (λόγω κιρσοκήλης, χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας ή κρυψορχίας) καταλήγουν σε ελαττωμένη ικανότητα του ζυγώτη να αναπτυχθεί μέχρι το στάδιο της βλαστοκύστης και στη συνέχεια να εμφυτευθεί (Int J Androl. 2009, 32:675: Andrologia 2009, 41:282: Andrology 2016, 4:297). Επιπρόσθετα είναι γνωστό ότι υπάρχει ένα επιβλαβές αποτέλεσμα της πρωτοπαθούς ορχικής βλάβης στην πορεία της γονιμοποίησης και στην αρχική εμβρυϊκή ανάπτυξη ακόμα και όταν η πρώτη διαίρεση του ζυγώτη πυροδοτείται από στρόγγυλες σπερματίδες ή ακόμη δευτερογενή σπερματοκύτταρα  (Lancet 1998:351: 1177). Φαίνεται ότι υπάρχει μια πατρική επίδραση στην αρχική εμβρυϊκή ανάπτυξη  και στην εμβρυϊκή ικανότητα για εμφύτευση. Από την άλλη πλευρά  οι μηχανισμοί που είναι υπεύθυνοι για τις παραπάνω πατρικές επιδράσεις μετά τη γονιμοποίηση  παραμένουν άγνωστοι. Κύριος σκοπός της εργασίας είναι να γίνει κατανοητό ότι οι επιβλαβείς  αλλαγές στην ανάπτυξη του ζυγώτη  μπορούν να αποδοθούν σε βλάβες γενετικών και επιγενετικών παραγόντων στα σπερματοζωάρια (λόγω της προέλευσης του σπερματοζωαρίου από ένα δυσλειτουργικό όρχι).

Υλικά/Μέθοδοι: Ένας μεγάλος αριθμός εμβρύων παρατηρήθηκε με real  time –cinematography (TLC) για 108 ώρες. Η TLC παρέχει τη δυνατότητα λεπτομερούς παρατήρησης των μορφολογικών αλλαγών στην  εμβρυϊκή  ανάπτυξη in vitro (J Assist Reprod Genet 31:421, 2014) και επομένως ποικίλα μικροοργανίδια του κυττάρου μπορούν εύκολα να διαχωριστούν μεταξύ τους  κάτω από  μεγάλη μεγέθυνση. Η μέθοδος TLC χρησιμοποιήθηκε για να γίνει σύγκριση της μικροκινητικής του ζυγώτη και της αρχικής εμβρυϊκής ανάπτυξης

α) μετά από ενδοωαριακές  ενέσεις σπερματοζωαρίων (τεχνική ICSI)  που συλλέχθηκαν από υγιείς νορμοζωοσπερμικούς άντρες (ομάδα Α, n=13, υπήρχε μόνο γυναικείος  παράγοντας υπογονιμότητας  σε αυτή την ομάδα ),

β) μετά από τεχνική ICSI που χρησιμοποιήθηκαν σπερματοζωάρια από ομάδα υπογόνιμων ανδρών με κιρσοκήλη που δεν υποβλήθηκαν σε χειρουργική αποκατάσταση (ομάδα Β, n=14) και

γ) μετά από τεχνικές ICSI χρησιμοποιώντας σπερματοζωάρια από ομάδα υπογόνιμων ανδρών με κιρσοκήλη  που στη συνέχεια υπεβλήθηκαν σε μικροχειρουργική αποκατάσταση κιρσοκήλης (ομαδα Γ,  n=15). 

Κάθε ζευγάρι από τις ομάδες Α και Β συμμετείχαν σε τεχνική ISCI δύο φορές. Μεταξύ αυτών υπήρχε ένα μεσοδιάστημα από 6-10 μήνες. Στις ομάδες Α και Β δεν υπήρχε εγκυμοσύνη  κατά τους αρχικούς κύκλους ICSI. Κάθε ζευγάρι στην ομάδα Γ υποβλήθηκε σε τεχνικές ICSI α) πριν την αποκατάσταση της κιρσοκήλης (εγκυμοσύνη δεν επιτεύχθηκε σε αυτούς του κύκλους ICSI ) β) έξι με δέκα μήνες μετά τη χειρουργική αποκατάσταση της κιρσοκήλης. Η πειραματική περίοδος στις ομάδες Α και Β ήταν 6-10 μήνες.

Χρησιμοποιώντας την τεχνική TLC μελετήθηκε σε όλες τις ομάδες o χρόνος εμφάνισης του γυναικείου προπυρήνα, ο χρόνος συμπλήρωσης της πρώτης διαίρεσης του ζυγώτη καθώς και η ικανότητα του ζυγώτη να φτάσει στο στάδιο της βλαστοκύστης (μετά από 108 ώρες καλλιέργειας). Αξιολογήθηκαν το ποσοστό των ενεργοποιημένων ωαρίων (OAR, oocyte activation rate), το ποσοστό γονιμοποιημένων ωαρίων (OFR, oocyte fertilization rate),  καθώς και το ποσοστό ανάπτυξης βλαστοκυστών (BDR, blastocyst development rate) μετά τις τεχνικές ICSI.

Επιπλέον μελετήθηκε: α) ο αριθμός των μικροσυσπάσεων του κυτταροπλάσματος του ζυγώτη πριν από την πρώτη ζυγωτική διαίρεση β) ο αριθμός των πυρηνίσκων (περιοχές ενεργούς συνθέσεως DNA) μέσα στον ανδρικό προπυρήνα πριν από την πρώτη διαίρεση του ζυγώτη γ) η απόσταση ανάμεσα στη διαυγή  ζώνη του εμβρύου και την μεμβράνη κάθε βλαστομεριδίου του εμβρύου.

Επιπρόσθετα μελετήθηκαν δείγματα σπερματικού υγρού από άνδρες όλων των ομάδων (στην ομάδα Α και Β στην αρχή και στο τέλος της πειραματικής περιόδου και από την ομάδα Γ πριν και μετά την αποκατάσταση της κιρσοκήλης) αξιολογήθηκαν α) για μέτρηση της έκφρασης της φωσφολιπάσης C-zeta (PCZ) β) για αξιολόγηση του ποσοστού των σπερματοζωαρίων με κατακερματισμένο DNA.

Αποτελέσματα: Στην ομάδα Γ παρατηρήθηκε: α) στατιστικά σημαντικά μικρότερη έκφραση της PCZ β) στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό σπερματοζωαρίων με κατακερματισμένο DNA pre-VRCL σε σύγκριση με post-VRCL (πίνακας 1).

Επιπρόσθετα, στην ομάδα Γ: α) το ποσοστό των ενεργοποιημένων ωαρίων (AOR), το ποσοστό γονιμοποιημένων ωαρίων (OFR) και το ποσοστό ανάπτυξης βλαστοκυστών (BDR), β) το ποσοστό των γονιμοποιημένων ωαρίων (μετά την ICSI) που συμπλήρωσαν την πρώτη ζυγωτική διαίρεση με μια σύσπαση του κυτταροπλάσματος, γ) το ποσοστό των εμβρύων στο στάδιο δύο κυττάρων με απουσία κυτταροπλασματικών υπολειμμάτων, δ) το ποσοστό των εμβρύων στο στάδιο των δυο κυττάρων με απευθείας επαφή της μεμβράνης των βλαστομεριδίων με τη διαυγή ζώνη, καθώς και ε) ο αριθμός των πυρηνίσκων μέσα στον ανδρικό προπυρήνα είχαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες τιμές post-VRCL σε σύγκριση με pre-VRCL.

Στο τέλος της πειραματικής περιόδου στην ομάδα Γ παρατηρήθηκαν 4 εγκυμοσύνες, στην ομάδα Β  1 εγκυμοσύνη και στην ομάδα Α 3 εγκυμοσύνες. Οι εγκυμοσύνες στην ομάδα Γ παρατηρήθηκαν μετά την αποκατάσταση της κιρσοκήλης.

Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα δείχνουν ότι η πρωτοπαθής ορχική βλάβη (πχ λόγω  της ανάπτυξης κιρσοκήλης) έχει αρνητική επίδραση στη μικροκινητική α) του κυτταροπλάσματος του ωαρίου, β) των οργανιδίων  του γυναικείου γαμέτη και γ) της κυτταροπλασματικής μεμβράνης του γυναικείου γαμέτη μετά την είσοδο του σπερματοζωαρίου μέσα στο ωάριο με αποτέλεσμα μικρότερο OAR, ORF και BDR.

Ένα συναρπαστικό εύρημα αυτή της μελέτης είναι ότι μετά τη γονιμοποίηση ωάριων με σπερματοζωάρια που συνελέγησαν από άντρες με κιρσοκήλη, η μεμβράνη του ζυγώτη εμφανίζει μια ελαττωμένη ικανότητα να υποστεί σύσπαση (Εικόνες 1,2,3) και επομένως ο ζυγώτης δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την πρώτη μειωτική διαίρεση. Αντίθετα η παραπάνω  δυσλειτουργία της μεμβράνης του ζυγώτη δεν εμφανίζεται όταν οι ζυγώτες αναπτύσσονται από ωάρια στα οποία έχει γίνει ένεση σπερματοζωαρίων που συλλέχθηκαν μετά την αποκατάσταση της κιρσοκήλης. Τα παραπάνω επιζήμια αποτελέσματα της κιρσοκήλης μετά τη γονιμοποίηση μπορεί να οφείλονται στην επιβλαβή δράση της κιρσοκήλης στην ακεραιότητα του DNA των σπερματοζωαρίων ή στην ικανότητα της PCZ των σπερματοζωαρίων να ενεργοποιούν τα ωάρια. Αυτά τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι η χειρουργική αποκατάσταση κιρσοκήλης αποκαθιστά μερικώς τις επιζήμιες συνέπειες τις κιρσοκήλης σε γενετικούς και επιγενετικούς παράγοντες των σπερματοζωαρίων οι οποίοι έχουν σημαντικό ρόλο στην πορεία της γονιμοποίησης.

Επιπρόσθετα τα παραπάνω αποτελέσματα έχουν  κλινική σημασία γιατί εξηγούν τη χαμηλή ικανότητα για εμφύτευση εμβρύων που προέκυψαν από τη γονιμοποίηση ωαρίων με σπερματοζωάρια που συλλέχθηκαν από  άνδρες με κιρσοκήλη μετά από τεχνικές ICSI. Για αρκετές δεκαετίες η κιρσοκήλη είχε θεωρηθεί σαν μια παθοφυσιολογία που επιδρά αρνητικά στα κυτταρικά γεγονότα που συμβαίνουν σε ένα ανδρικό όργανο (όπως η λειτουργία της σπερματογένεσης μέσα στον όρχι). Από την άλλη πλευρά όμως τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής παρέχουν μια ισχυρή ένδειξη ότι η κιρσοκήλη έχει αρνητικές συνέπειες που εκδηλώνονται  ακόμα και μετά την είσοδο του σπερματοζωαρίου μέσα στο ωάριο που επιδρούν με τη σειρά τους  αρνητικά στην αρχική εμβρυϊκή ανάπτυξη.

Φιλοσοφικά μιλώντας τα αποτελέσματα αυτά μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε την άποψη ότι παθοφυσιολογίες που αφορούν ένα  ανδρικό όργανο (πχ η κιρσοκήλη στον ανθρώπινο όρχι) επηρεάζουν ενδοκυτταρικά γεγονότα που συμβαίνουν μέσα σε διαφορετικά γυναικεία όργανα όπως η σάλπιγγα (όπου γίνεται η διαίρεση του ζυγώτη) ή η μήτρα (όπου η βλαστοκύστη αποκτά ικανότητα για εμφύτευση).

 

 

 

Poster ID (π.χ.ΕΦΑΡΜΟΓΗΕπόμενοΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΤρέχον